«Εισί τινές των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη άψονται θανάτου». Ιησούς.
Ξαναβρίσκομαι ένα μίλι μόλις από τη Δήλο. Τη «δήλον» (πασίγνωστη) νήσο, την γενέτειρα του φωτός, του Ηλίου και της Σελήνης που η ενέργειά της ξεπερνάει τις αντιστάσεις της κατάπτωσής μου. Ξενύχτια μέχρι το ξημέρωμα, μεθύσι, καπνός και ανόητες μιμήσεις … ψυχαγωγίας (!). Προσπαθώ να ξεφύγω από την Αποστολή. Μετά την κραιπάλη και ένα ηρεμιστικό χαπάκι για να αυξηθεί η επιρροή του αλκοόλ… Και παρόλα αυτά η συγκεντρωμένη ενέργεια της Δήλου με ξεσηκώνει. Δεν αφήνει τις αισθήσεις να χαλαρώσουν, ούτε το νου να σταματήσει να σκέφτεται. Επιστράτευσα και τον πρωινό αυνανισμό για να καταπονήσει το σώμα και να δέσει τις αισθήσεις. Η μάλλον την Αίσθηση, αφού μία είναι η κύρια αίσθηση, η συνισταμένη των άλλων, που ψάχνει, θαυμάζει και αποπειράται η Σεμέλη, κατακτώντας την με το θάνατο της όταν αντίκρισε το Δια σαν πατέρα Θεών και ανθρώπων και όχι σαν τέλειο εραστή και πατέρα του όμορφου Διόνυσου, που θα ερχόταν.
Μάταιες οι προσπάθειες, αφού η Ενέργεια του χώρου έδιωχνε τη νύστα και με έβαλε να διαβάζω σκέψεις ανθρώπων με εξυψωμένο, ευγενές πνεύμα.
Και διαβάζοντας, στάθηκα σε μια αποκάλυψη που απαντάει στο Ερώτημα και ολοκληρώνει στον περιορισμένο χρόνο ζωής μου, μια απάντηση, που μακάρι να έρθουν άλλοι, γεννημένοι ή αγέννητοι ακόμα, αλλά συμπαρόντες στον σχετικό χωροχρόνο μας, να την πάνε παραπέρα, μέχρι η Σεμέλη να αντικρύσει το Δία στη θεϊκή του αποκαλυπτική μεγαλοπρέπεια και να καεί για να μεταμορφωθεί σε κάτι συγγενέστερο στο μεγάλο Θεό.
Στάθηκα στην διατύπωση ενός, άγνωστου σε μένα, αρχιτέκτονα, μαθητή και συνεργάτη του Λε Κορμπυζιέ που δήλωνε: « ο παλμός μιας καρδιάς δεν δημιουργείται μονοσήμαντα. Έτσι μια πολυκαιρισμένη καρδιά δεν αντιδρά μονοσήμαντα με βάση την ηλικία και τη ρώμη, αλλά περισσότερο με βάση τις διαστάσεις της ύπαρξης που τροφοδοτεί, τις μεταμορφώσεις, τις μυήσεις, τις μυστηριώδεις ανταμοιβές, Το «απερίγραπτο». Η ζωή δεν ψάχνει για συνέχειες, προϋπάρξεις και άλλα νοητικά κατασκευάσματα. Η ζωή υπάρχει μόνο για να μου δίνει τη συμμετοχή στο παιγνίδι, πέρα από το καλό ή το κακό παίξιμο».
Μέσα μου είδα ξαφνικά φως άκτιστο να περιλούζει και να μου δείχνει την κρυμμένη στις πλάνες μου Αλήθεια.
Επιτέλους τη βρήκα σκέφτηκα με συναισθήματα βαριά και ανάλαφρα ταυτόχρονα. Βρήκα την αποκωδικοποίηση της φράσης – κλειδί που αποδόθηκε σε Εκείνον. Της φράσης που κόλλησα και με βασάνιζε μια ζωή οδηγώντας με σε απίθανες περιπλανήσεις.
Ποιοι ήταν οι παριστάμενοι δίπλα του στη, γενέτειρα των θρησκειών, λεκάνη της Μεσογείου, που δε θα άγγιζαν το Θάνατο. Οι «τυφλοί» μαθητές τους περίμεναν να δουν ανάμεσά τους το μυθικό Ηλία, τον προφήτη που δεν πέθανε – όπως είχανε μάθει – αλλά έφυγε προς το διάστημα σε πύρινο άρμα για να συναντήσει το Θεό του. Ανελήφθη. Ο Θεός, λέει, τον απέσυρε επεισοδιακά από τους ανθρώπους που θα τον κατασπάραζαν αφού δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν.
Όμως κανείς μυθικός υπεράνθρωπος δεν πατούσε το καυτό χώμα της Παλαιστίνης, δίπλα στον Ιησού.
Υπήρχαν όμως κάποιοι που είχαν καταλάβει το μήνυμα που εξέπεμπε «εν παραβολαίς» και αυτοί είχαν αποκτήσει παλμό καρδιάς άσχετο με την χρονολογία γέννησης τους. Είχαν βιώσει, πριν το αποδείξει στο εργαστήριο ο Αϊνστάιν ότι χρόνος δεν υπάρχει. Άρα αυτή ήταν η αθανασία τους. Είχαν τραβήξει τα πέπλα, των πλανών, των ενοχών, των προκαταλήψεων και των λανθασμένων ερωτημάτων που δίνουν νομοτελειακά λανθασμένες απαντήσεις. Είχαν καταλάβει αυτό που τους έλεγε επί τρία χρόνια ο δάσκαλος: ότι η ζωή –η γραμμή από τη γέννηση ως το θάνατο- δεν είναι ένα έπος, αλλά μια συρραφή από ανέκδοτα, όπως έγραψε 1900 χρόνια αργότερα ο Αρθουρ Καίστλερ, ο «προφήτης» που επέλεξε το χρόνο να αποσυρθεί αυτοκτονώντας και όχι επί πυρίνου άρματος.
Η ζωή δεν έχει νόημα. Έχει υπόσταση. Δεν κατανοείται, βιώνεται. Δεν έχει τέλος το θάνατο επειδή όταν υπάρξει δημιουργεί γεγονότα και επιδράσεις που συμπλέουν με το συμπαντικό κύμα και γίνονται αναπόσπαστο μέλος εκ μέρους του.
Η ζωή δεν ερμηνεύεται με κώδικες, ηθικούς ή άλλους. Απλώς υπάρχει και είναι πέρα από κάθε ανάλυση για τα υποκείμενά της.
Ο υμνογράφος της ορθόδοξης νεκρώσιμης ακολουθίας, προφανώς ένας των «μη αψαμένων θανάτου», έγραψε: «είδον τα οστέα τα γεγυμνωμένα και είπον. Αρα τις εστί βασιλεύς ή στρατιώτης; Η πλούσιος ή πένης; Η δίκαιος ή αμαρτωλός»;
Το τελευταίο τα λέει όλα. Η καταγεγραμμένη ζωή οποιουδήποτε δεν αφήνει, μετά το κλείσιμο των βιβλίων, ίχνηεξουσιαστικά, κερδοσκοπικά ή ακόμα και ηθικά. Αφήνει απλά τον αόρατο κυματισμό ότι πέρασε, και τις επιδράσεις της στο συνολικό κύμα του ανθρώπινου περάσματος.
Η ζωή βιώνεται, δε νοείται.
Και ο άνθρωπος ξοδεύεται για να μάθει και να εφαρμόσει κανόνες που τον εξαντλούν «όλο αχό και πάθος, χωρίς κανένα νόημα», όπως αποκάλυψε ο Σαίξπηρ.
Γιαυτή την αλήθεια, μαθήτευσα, χτυπήθηκα, αντάριασα, ανέβηκα, έπεσα και προχώρησα μέχρι τη γενέτειρα του Απόλλωνα, σκέφτηκε παράδοξα ικανοποιημένος ο Κώστας και κατέβασε το μολύβι.
Δεν είχε τίποτα άλλο να γράψει.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αλήθεια είναι πως αλήθεια δεν υπάρχει..
Μετά το λυτάρι αυτό, ξανασκέφτομαι τη ζωή μου και τις αγωνίες της.
Γράφω, ατενίζοντας τον ήλιο της Μυκόνου – Δήλου να σηκώνεται πάνω στο πέλαγο και να δίνει την αίσθηση του άδυτου φως, μέσα από την ανάδυσή του.
Ξέρω βέβαια, πως αυτό που βλέπω, είναι μια virtual φωτογραφία στην εσωτερική οθόνη μου.
Ότι με τον άγνωστο – εμένα, που είδε το θέαμα όταν τράβαγε τη φωτογραφία δε θα μοιραστώ ποτέ αυτή την εμπειρία.
Ότι η εμπειρία ήταν μόνο στη φαντασία του για τον κόσμο, αφού μόνο το παίξιμο των χρωμάτων έδειχνε τον ήλιο να βγαίνει από τη θάλασσα και να θαμπώνει το γαλάζιο της.
Ότι το γαλάζιο δεν υπάρχει παρά μόνο στον εγκέφαλό μου.
Ε, και;
Η εικόνα μου κόβει την ανάσα από την ομορφιά της. Τι σημασία έχει αν είναι πραγματική. Δηλαδή εγώ είμαι πραγματικός;
Τέλος πάντων. Σημασία δεν έχει ποιός πάτησε τα σταφύλια, ούτε πώς ήταν οι ρώγες. Σημασία έχει η γλυκιά μέθη από το προϊόν του πατητηριού και της ρώγας.
Πόσο θα ανέβαινε ο άνθρωπος αν αυτό το είχε συνέχεια στο μυαλό του;
Αν ο άνθρωπος ήξερε πως δεν τον απειλεί τίποτα, αφού τίποτα δεν υπάρχει. Και αυτό που φαίνεται σα να υπάρχει, υπάρχει όσο και το τρεχάτο πέρασμά μας από τη ζωή. Σαν σκιά χαμένη στο άκτιστο σκοτάδι. Σα σκόνη που διαλύεται στο φύσημα του αέρα. Dust in the wind. All we are dust in the wind…
Αν έδιωχνε τον πόνο ξεπερνώντας τον εξωπραγματικό φόβο.
Αν έκλεινε το στόμα του ληξίαρχου που καταγράφει πλασματικές ηλικίες και του παιδαγωγού που τον μάθαινε για το ηθικό και το σκόπιμο και όχι για το πραγματικό και το ανύπαρκτο.
Αν σταμάταγε το χρόνο, όπως αυτός σταματάει τη στιγμή, που τελειώνοντας τελειώνει και η αίσθηση του λεπτοδείκτη στις νεκρωμένες αισθήσεις του…
Χωρίς χρόνο δεν υπάρχουν γεγονότα.
Χωρίς γεγονότα, αφήνεις το άπειρο να σε αγκαλιάσει χωρίς το δέος από το άγγιγμά του.
Αρπάζεις τη θάλασσα στη χούφτα σου κα την κρατάς σφιχτά, σαν το μωρό που την κατέχει επειδή δεν διαφοροποιεί τη σταγόνα από τον ωκεανό.
Το παιδί, ενταγμένο στη σοφία που το ξεπερνάει καταλαβαίνει, χωρίς να το ξέρει, ότι ο ωκεανός δεν είναι παρά ένα άθροισμα από σταγόνες. Και εκείνες άθροισμα από ακατανόητα μικροκλάσματα μιας ύλης που τελικά την καταλαβαίνεις μέσα από εξισώσεις και όχι από επαφή μαζί της.
Γεννιέσαι υιός και κληρονόμος του κόσμου σου. Μαθαίνεις όμως πιθικίζοντας τη μέση αντίληψη των ομοειδών σου. Πώς να κάνεις την κτίση κόλαση και σένα δεμένο στο καζάνι του Βελζεβούλ που σού έδειξαν για αληθινό ον.
Γιατί τόσος πόνος, αίμα, διαμελισμένα σώματα και όνειρα;
Γιατί να σου κάνουν τον ωκεανό χωματερή και το ψέμα, αλήθεια;
Γιατί να καρφώνεσαι σαν τον Προμηθέα στον Καύκασο, μετά από αιώνες υποταγής στα δεσμά του Ηφαίστου, που του έδωσε διαταγή ο Κράτος και η Βία να σε τυλίξουν;
Γιατί αφέθηκες να ξεχάσεις ότι τότε που ήσουνα με τους Θεούς και έβλεπες την αλήθεια, τη ρούφηξες την έκανες φωτιά και πήγες το φως της στους ανθρώπους;
Αφού, αν ξύσεις την πατίνα του χρόνου, θα δεις την επιφάνεια που πας να ξεχάσεις υιοθετώντας μύθους και πλάνες.
Γιατί δε ματώνεις τα νύχια σου για να απαλλάξεις από το βάρος την ψυχή σου;
Ίσως επειδή ο σημερινός Κράτος είναι «δημοκρατικός» και σε αποκοιμίζει.
Σου σερβίρει γλυκά το Lexotanil αντί για τις κραυγές τιμωρίας του επιστάτη του Δία. Και συ δεν βρίζεις. Δεν απειλείς τον Δία, που ξέρεις πως φοβάται τις αποκαλύψεις σου.
Είναι πιο ήσυχο να γέρνεις το κεφάλι, σε ένα μισοξύπνιο ύπνο, δεμένος στα βράχια, παρά να βροντάς τα καρφωμένα μέλη σου και να ξυπνάς αισθήσεις και δυνάμεις που έχεις σαν ομότιμος των θεώ σου, που υπάρχουν όσο υπάρχεις και ξεθωριάζουν όσο σβήνεις.
Α-λήθεια είναι πως αλήθεια δεν υπάρχει.
Το αν αυτό είναι λύτρωση ή κατάρα, σου δόθηκε να το βιώσεις μόνος σου.
Μπορείς όμως να αγνοήσεις το ερώτημα και μαζί και την ανάγκη να βρεις απάντηση.
Όλα εσύ τα ορίζεις και μόνο όσα νομιμοποιείς υπάρχουν.
Οι θεοί στον Όλυμπο έχουν με άλλα να ασχοληθούν και αρκούνται να σου ρουφάνε το αίμα για να ζούνε, αλλά ταυτόχρονα να σε κρατάνε στη ζωή για να βρίσκουν αίμα.
Εκμεταλλεύσου το….

